Mε την χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε την χρήση των cookies. ΑΠΟΔΟΧΗ
Lines We Love

THE T-SHIRT

Δείξε μου τα T-shirts σου να σου πω ποιος είσαι. Λευκά ή μαύρα, με prints, μότο ή περίτεχνα μοτίβα, αποκαλύπτουν μια πτυχή του ιδιοκτήτη τους....

news

Δείξε μου τα T-shirts σου να σου πω ποιος είσαι. Λευκά ή μαύρα, με prints, μότο ή περίτεχνα μοτίβα, αποκαλύπτουν μια πτυχή του ιδιοκτήτη τους. Αγαπημένο ταίρι του τζιν, αλλά όχι μόνο, καθώς συνδυάζεται ακόμα και με ένα σμόκιν σακάκι, το T-shirt τρυπώνει στο σακίδιο για μια εξόρμηση στην εξοχή, αποκαλύπτεται απροσδόκητα στο γραφείο και ξαναβγαίνει για ένα ποτό στο μπαρ. Με προϋπηρεσία στην εργατική τάξη και λαμπρή καριέρα στον κινηματογράφο, το tee έκανε τη θητεία του στις ένστολες δυνάμεις, κουβάλησε τις ανησυχίες κάθε εποχής και τύπωσε πάνω του σημαντικές στιγμές της Ιστορίας. Διεθνής πρεσβευτής και σύμβολο κουλτούρας, ο διερμηνέας των τάσεων κατέχει μια θέση στο hall of fame της μόδας, η οποία, όσο κι αν λατρεύει το εφήμερο, υποκλίνεται στη διαχρονικότητα αυτού του απλού βαμβακερού ρούχου. 

Η πολυπολιτισμική διαδρομή του T-shirt αποδεικνύει άλλη μια φορά την ισχύ της δαρβινικής θεωρίας. Η εξέλιξή του συνδέθηκε άρρηκτα με την καθημερινότητα και το περιβάλλον. Πρόγονός του το μακρυμάνικο ολόσωμο εσώρουχο του 19ου αιώνα. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, χωρίστηκε στα δύο, για καλύτερη εφαρμογή μέσα από τα παντελόνια. Οι εργάτες στη Ν. Ευρώπη το λάτρεψαν και, καθώς τα μανίκια σηκώνονταν εν ώρα εργασίας μαζί με το πουκάμισο, παρέμεναν στο ύψος του μπράτσου, με αποτέλεσμα το μπλουζάκι απλωμένο να θυμίζει το γράμμα Τ. Στη διάρκεια του ισπανοαμερικανικού πολέμου οι αμερικανοί ναύτες γνώρισαν το βαμβακερό T-shirt  και το πέρασαν στην άλλη πλευρά μέσα από τη στολή τους. Είχαν ενθουσιαστεί με το εύκολο πλύσιμο, το στέγνωμα και την ελευθερία κινήσεων που τους έδινε. Στον A’ Παγκόσμιο Πόλεμο το κοντομάνικο μπλουζάκι με το στρογγυλό λαιμό είχε διαδοθεί και στο στρατό ως μόνιμο κομμάτι  ένδυσης. Με την εμφάνισή του παρόπλισε ολοκληρωτικά το γιλέκο και πήρε τη θέση του στις προτιμήσεις των εργατών. Μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η εικόνα ναυτών και αγροτών να φορούν μόνο T-shirts πάνω από τα παντελόνια τους ήταν πλέον συνηθισμένη εισάγοντας μια στιλιστική καινοτομία. Ήταν η πρώτη φορά που ένα εσώρουχο εκτέθηκε σε κοινή θέα και παρέμεινε εκεί κερδίζοντας συνεχώς οπαδούς. 

Tα πρώτα μοντέλα του T-shirt, το οποίο μέχρι το 1920 είχε προστεθεί ως λήμμα στο λεξικό Merriam-Webster’s, ήταν οι παίκτες ποδοσφαίρου της ομάδας Trojans του Πανεπιστημίου Southern California, που το1932 το έβαλαν στην εμφάνισή τους. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να το φορέσει ο Marlon Brando στον αρρενωπό χαρακτήρα του Stanley Kowalski στην ταινία Λεωφορείο ο Πόθος (1951) για να εκτοξευθούν οι πωλήσεις των tees στα 180 εκατ. δολάρια εκείνη τη χρονιά και να γίνουν αναπόσπαστα πλέον κομμάτια της αμερικανικής κουλτούρας και νεανικής ένδυσης. Ο διάσημος ηθοποιός επανέλαβε το ίδιο στιλιστικό πρόταγμα με τον Ατίθασο,  3 χρόνια αργότερα, σμιλεύοντας το look του ασυμβίβαστου νεαρού, τον οποίο θα ενσαρκώσει το 1955 ο James Dean με λευκό T-shirt, τζιν και δερμάτινο τζάκετ στο αλησμόνητο Επαναστάτης χωρίς αιτία. Η μεγάλη οθόνη συνέχιζε να δοξάζει το tee ως σύμβολο status, με τον μηχανόβιο Peter Fonda στο «Easy rider» το 1969. Στις μουσικές σκηνές ο Elvis Presley το φόρεσε ανέμελα υπό τους ήχους του rock ’n’ roll, ενώ οι ροκ μπάντες (με πρώτη τους Greatful Dead) το ταύτισαν με τη μουσική της κοινωνικής αλλαγής των 60s και 70s. Στο Woodstock (1969) έκαναν την εμφάνισή τους και τα πρώτα πολύχρωμα μπλουζάκια, 10 χρόνια περίπου από τότε που τα T-shirts είχαν ήδη ξεφύγει από τη στενή γραμμή τους. Αν και ξεκίνησε ως καθαρά αντρική υπόθεση, το tee έγινε unisex στα 60s και οι γυναίκες προώθησαν τα δικά τους πρότυπα. Η Jacqueline Bisset στην ταινία Ο βυθός, του 1977, αποτελεί μέχρι και σήμερα μία από τις καλύτερες απεικονίσεις γυναικείου ντυσίματος με T-shirt. Αέναο και πολυμήχανο, το λευκό tee ανέβηκε στις πασαρέλες και λάνσαρε νέο look, όταν ο Don Johnson το φόρεσε με κοστούμι Armani στο Miami vice, στα μέσα του ’80. Η φήμη του έφτασε μέχρι τα Όσκαρ, όταν η υποψήφια για το ρόλο της στο Casino, Sharon Stone, εμφανίστηκε το 1996 στην τελετή απονομής με ένα μαύρο T-shirt για να αισθάνεται πιο άνετα.

Όσο ουδέτερο κι αν φαίνεται ένα λευκό tee, τόσο φορτισμένο είναι. Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το περιοδικό LIFE κυκλοφόρησε στις 13 Ιουλίου του 1942 με εξώφυλλο το πρώτο, καταγεγραμμένο τουλάχιστον στα χρονικά, τυπωμένο βαμβακερό μπλουζάκι. Απεικόνιζε έναν στρατιώτη με print της Σχολής Όπλων Τακτικής της Αμερικανικής Αεροπορίας. Το Μουσείο Smithsonian της Νέας Υόρκης έχει στη συλλογή του ένα από τα παλαιότερα τυπωμένα T-shirts. Είχε λάβει μέρος στην προεκλογική εκστρατεία του κυβερνήτη της πολιτείας Thomas Dewey για την προεδρία το 1948, προτρέποντας τους πολίτες να τον ψηφίσουν. Σύντομα ο Mίκι Mάους δάνεισε τη μορφή του σε στάμπα στο Miami της Florida, ενώ το rock ’n’ roll, το surfing και αργότερα το Βιετνάμ έκαναν το γύρο του κόσμου πάνω σε ένα tee. Αρχικά πωλούνταν σε events και συγκεντρώσεις, μέχρι τις αρχές του ’70, όπου εμφανίστηκαν τα πρώτα καταστήματα με T-shirts. Στις αρχές του 1960 το tee εξελίχθηκε σε είδος τέχνης που μπορούσε να φορεθεί. Ο καλλιτέχνης Warren Dayton απεικόνισε πάνω του τον ακτιβιστή Cesar Chavez. Το πιο διάσημο print της δεκαετίας ήταν αδιαμφισβήτητα του Τσε Γκεβάρα, ενώ των 70s το κίτρινο γελαστό προσωπάκι, το πασίγνωστο logo με τα αυθάδικα χείλη και τη γλώσσα των Rolling Stones και το ευφυέστατο «I L N Y» του Milton Glaser (1977). Χωρίς καμία λογοκρισία, τα prints φέρουν μηνύματα πολιτικά, θρησκευτικά, σεξουαλικά, lifestyle, χιουμοριστικά (V for Variemai), αυτοσαρκασμού (Δεν είμαι πρωινός τύπος), υπέρ της ειρήνης, της επανάστασης, του εθελοντισμού και ομάδων (δες, Eθνική Ελλάδος 2004). Αντλούν θέματα από αρχαία ρητά (Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα), χαρακτήρες ταινιών όπως ο Ηarry Potter και μέσω διαδικτύου πλέον, όπως τα ανέκδοτα με τον Chuck Νorris. Αποδεικνύοντας την αξία του στο χρόνο, το T-shirt μένει αιώνιος φορέας ενός μηνύματος, όπως το «Frankie says relax», του 1984, για το απαγορευμένο τραγούδι ενός ξεχασμένου πια γκρουπ.



ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ: Οι πρώτες ετικέτες που κολλήθηκαν ήταν των Fruit of the Loom και Hanes τη δεκαετία του ’30. Στην πορεία του το μπλουζάκι χαλάρωσε τη γραμμή του, έπαιξε με μήκη και μανίκια, έγινε έξωμο και βάφτηκε με πάνω από 46 αποχρώσεις. Οι σχεδιαστές τύπωσαν ή έραψαν στο απαλό του ύφασμα το brand name τους και το φόρεσαν φετιχιστικά, όπως ο Giorgio Armani.  Μετουσιώθηκε σε σύμβολο της μόδας, απεικονίζοντας αρχικά, όπως της DKNY Jeans, μότο όπως της Diesel, «Mόνο οι γενναίοι», και logo όπως το διάσημο λαγωνικό της Trussardi Jeans. Καλύφθηκε με prints για τα Dsquared2 και MM6, έλαμψε με χρυσές παγέτες από τη Versace collection, τράβηξε χρωματιστές ρίγες για τη Hilfiger Denim και a la zebra για την Balmain. Και συνεχίζει να ανανεώνεται με cartoon prints από τη Lacoste L!VE, novelty σχέδια με αξεσουάρ από τη Love Moschino, ρετρό από τη DENIM & SUPPLY και με urban rock διάθεση από τις Zadig & Voltaire και McQ. Οι λάτρεις του σίγουρα θα έχουν το T-shirt του Takeshy Kurosawa με την μπανάνα του Andy Warhol ή ένα από τα limited edition κομμάτια της Lacoste από τους αδερφούς Campana ή της Levi’s. Άλλωστε, ένα πρόχειρο γκάλοπ θα αποδείκνυε ότι ο καθένας έχει περίπου 10 T-shirts και κάθε οικογένεια τουλάχιστον ένα παιδικό Benetton. Πάμε στοίχημα;




SHARE THIS